Σαν σήμερα στις 3 Αυγούστου του 1972 έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές και κύριους εκφραστές του λαϊκού μας τραγουδιού.
Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Προποντίδας. Σε ηλικία δύο ετών ορφάνεψε από πατέρα κι επτά χρόνια αργότερα έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η σκληρή βιοπάλη του απαγόρευσε να συνεχίσει το σχολείο.
Το 1928 ξεκίνησε να παίζει μουσική με μια φυσαρμόνικα, αλλά η σχέση του με τη μουσική θα παρέμενε σε εκείνο το επίπεδο αν δεν ήταν το ποδόσφαιρο. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του, η μητέρα του τού έκανε δώρο ένα μαντολίνο για να σταματήσει να παίζει. Η ζωή του άλλαξε, όταν μια μέρα άκουσε σε μια ταβέρνα «Το μινόρε του τεκέ» του Γιάννη Χαλκιά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μπουζούκι. Το ερωτεύτηκε και το υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος της ζωής του.
Γενικά τα τραγούδια του Γ. Παπαϊωάννου χαρακτηρίζονται από ένα κράμα καντάδας, μπάλου και μικρασιάτικων ακουσμάτων. Θεωρείται ο πρώτος, στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του το λεγόμενο «πρίμο σεκόντο» (διφωνία).
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη. Στον χώρο του είχε το παρατσούκλι Ψηλός ή Πατσάς.
Σκοτώθηκε στις 3 Αυγούστου του 1972 σε ηλικία 58 ετών σε τροχαίο δυστύχημα, στο Νέο Πέραμα οδηγώντας νωρίς το πρωί πηγαίνοντας για το εξοχικό του στη Σαλαμίνα και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο της όμορφης Καλλιθέας. Στη μνήμη του, ο Βασίλης Τσιτσάνης – κουμπάρος, φίλος και συνεργάτης του για πολλά χρόνια- έγραψε «Το τραγούδι του Γιάννη» που τραγουδά η Πόλη Πάνου.